ἐριναστός

ἐρῑν-αστός, ή, όν,
A subjected to caprification, Id.CP2.9.12.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εριναστός — ἐριναστός, ή, όν (Α) [ερινάζω] αυτός που γονιμοποιήθηκε με ερινασμό, ο ωριμασμένος …   Dictionary of Greek

  • ἐριναστά — ἐριναστός subjected to caprification neut nom/voc/acc pl ἐριναστά̱ , ἐριναστός subjected to caprification fem nom/voc/acc dual ἐριναστά̱ , ἐριναστός subjected to caprification fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανερίναστος — ἀνερίναστος, ον (Α) 1. (σύκο) που ωρίμασε χωρίς να ορνιαστεί η συκιά 2. (συκιά) στην οποία δεν κρεμάστηκαν για γονιμοποίηση ορνοί (ερινεοί, όλυνθοι). [ΕΤΥΜΟΛ. < αν στερ. + εριναστός «αυτός που ωρίμασε με ερινασμό» < ερινάζω «γονιμοποιώ… …   Dictionary of Greek

  • φηληκόθρεπτος — ον, Α (κατά τον Ησύχ.) αυτός που γονιμοποιήθηκε με ερινασμό, ἐριναστός*. [ΕΤΥΜΟΛ. < φήληξ, ηκος «άγριο σύκο» + θρεπτος (< θρεπτός < τρέφω), πρβλ. ἐλαιό θρεπτος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.